«Αισθάνομαι πως ένα μακρύ και σκοτεινό μονοπάτι με περιμένει». Αυτά τα λόγια έγραφε πριν από έξι δεκαετίες, μια νεαρή εβραιοπούλα, η Έλενα Μπερ, λίγο πριν χάσει τη ζωή της σε γερμανικό στρατόπεδο συγκέντρωσης.
Το ημερολόγιο της Έλενα Μπερ, εκδόθηκε στις 3 Ιανουαρίου και σημειώνει, ήδη, μεγάλη επιτυχία στα βιβλιοπωλεία της Γαλλίας. Πρόκειται για μια συγκινητική ιστορία, που περιγράφει το πώς η ανέμελη ζωή μιας νεαρής κοπέλας στο Παρίσι, σταδιακά θρυμματίζεται, όταν σιγά σιγά έρχεται αντιμέτωπη με την αναπόφευκτη μοίρα της.
Το βιβλίο, που χαρακτηρίστηκε από τη «Λε Φιγκαρό», ως μαρτυρία σπάνιας δύναμης, κάνει θραύση στη Γαλλία, όπου 26.000 αντίτυπα πουλήθηκαν μέσα σε τρεις μόλις ημέρες.
«Πρόκειται για μια λογοτέχνη», λέει ο Αντουάν Σαμπάζ, ο εκδότης του ημερολογίου της Μπερ. Όπως είπε, με το που διάβασε την πρώτη σελίδα, ήταν σίγουρος ότι επρόκειτο για το έργο ενός διανοούμενου. «Πρόκειται για μια περιγραφή της καθημερινότητας στην κατεχόμενη Γαλλία», λέει.
Η Έλενα Μπερ χαρακτηρίζεται ήδη ως η Άννα Φρανκ της Γαλλίας. Ωστόσο, παρότι και οι δύο κοπέλες πέθαναν από τύφο, με διαφορά ενός μηνός στο Μπέργκεν Μπέλσεν, το 1945, τα ημερολόγια τους είναι αρκετά διαφορετικά. Το ημερολόγιο της Άννα Φρανκ καταγράφει τη ζωή της μέσα στη σοφίτα, όπου κρυβόταν, στο Άμστερνταμ, ενώ η Έλενα Μπερ περιγράφει τις εμπειρίες της από την καθημερινή ζωή στο Παρίσι, που τελούσε υπό τη γερμανική Κατοχή.
Η οικογένεια της Έλενα Μπερ ήταν αρκετά ευκατάστατη, ενώ ο πατέρας της ήταν ένας πλούσιος επιχειρηματίας. Το ημερολόγιο αρχίζει στις 8 Απριλίου 1942, όπου η 22χρονη φοιτήτρια της Αγγλικής φιλολογίας περιγράφει το πως απολάμβανε τη ζωή της στη Σορβόννη, τους περιπάτους κάτω από τον ήλιο και τη σχέση της με το μελλοντικό αρραβωνιαστικό της, Ζαν Μοράβγιεκι. Σύντομα, όμως, η σκληρή πραγματικότητα που αντιμετωπίζουν οι εβραίοι της κατεχόμενης Γαλλίας, σκιάζει την ευτυχία της. Η καίρια στιγμή έρχεται όταν φοράει για πρώτη φορά στο πέτο της, το κίτρινο αστέρι, στις 8 Ιουνίου 1942.
«Κρατούσα το κεφάλι περήφανα ψηλά και κοίταζα τους ανθρώπους τόσο έντονα μέσα στα μάτια, που έστρεφαν το πρόσωπό τους. Αλλά είναι τόσο δύσκολο», θα γράψει στο ημερολόγιό της.
Η μέχρι τότε ανέμελη ζωή της, εξανεμίζεται και αρχίζει να αισθάνεται ξένη, ανάμεσα στους φίλους της στη Σορβόννη. Ο πατέρας της συλλαμβάνεται και παρά την απελευθέρωσή του, εκείνη αρχίζει να συνειδητοποιεί ότι τα χρήματα και οι γνωριμίες δε θα τους σώσουν.
Το ημερολόγιο, γίνεται ο τρόπος με τον οποίον περιγράφει τις εμπειρίες της στο Μοράβγιεκι, που στο εντωμεταξύ έχει φύγει από τη Γαλλία, για να καταταχθεί με τις δυνάμεις του Ντε Γκωλ. «Ξέρω γιατί γράφω αυτό το ημερολόγιο», γράφει. «Θέλω να δοθεί στο Ζαν, όταν εγώ δε θα είμαι εδώ, όταν επιστρέψει. Δε θέλω να εξαφανιστώ χωρίς εκείνος να γνωρίζει, τι σκεφτόμουν, όταν εκείνος ήταν μακριά».
Φρικη, Φρίκη Φρίκη
Θα αρχίσει να εργάζεται σε έναν οργανισμό, που φροντίζει μικρά εβραιόπουλα. Στην τελευταία της καταχώρηση, στις 15 Φεβρουαρίου 1944, η Έλενα συνομιλεί με έναν υπό απέλαση άνδρα, που της λέει για τη μεταφορά των εβραίων από τη Γαλλία. «Οι Γερμανοί έχουν έναν και μοναδικό σκοπό. Να εξοντώσουν», γράφει. Οι τελευταίες λέξεις που θα γράψει, είναι από το μυθιστόρημα «Καρδιά του Σκότους», του Τζόζεφ Κόνραντ. « Φρίκη, Φρίκη, Φρίκη».
Σύμφωνα με τον εκδότη του βιβλίου, η οικογένεια θα μπορούσε να είχε φύγει από τη Γαλλία το 1940, όταν ο πατέρας της παροτρύνθηκε να φύγει για τις ΗΠΑ, και ξανά το 1943, λίγο μετά τη σύλληψή του. «Πίστευε πως δε θα διώκονταν, αφού ήταν η ελίτ της κοινωνίας».
Αλλά αυτό φάνηκε πως δεν είχε την παραμικρή σημασία. Η Έλενα και οι γονείς της συνελήφθησαν στις 8 Μαρτίου 1944. Όλοι τους, καθώς και αρκετά μέλη της οικογένειάς της θ' αφανιστούν στα στρατόπεδα συγκεντρώσεων. Η Έλενα θα πεθάνει από τύφο στο Μπέργκεν Μπέλσεν, τον Απρίλιο του 1945, λίγες μόλις ημέρες πριν την απελευθέρωση του στρατοπέδου.
Το ημερολόγιό της Έλενας εκδίδεται για πρώτη φορά. Για περίπου μισό αιώνα βρίσκονταν στην κατοχή ανθρώπων, που είχαν στενή επαφή μαζί της. Λίγο πριν τη σύλληψή της, το παρέδωσε στο μάγειρα της οικογένειας, που στη συνέχεια το έδωσε στο θείο της, για να καταλήξει στην κατοχή του αρραβωνιαστικού της. Ένα αντίγραφο του ημερολογίου είχε κρατηθεί από την οικογένεια και τελικά, το 1993, η ανιψιά της Μπερ, Μαριέττε Γιομπ, επικοινώνησε με το Μοράβγιεκι και ζήτησε το πρωτότυπο. Στη συνέχεια, το 2002, το έδωσε στο «MemorialoftheShoah», για να εκτεθεί στο κοινό.
Ο εκδότης του ημερολογίου, Σαμπάζ, είδε το ημερολόγιό, καθώς μελετούσε ένα βιβλίο για τους εβραίους της Γαλλίας. Τότε ζήτησε την άδεια της οικογένειας, προκειμένου να το εκδώσει, αλλά όπως λέει, «ακόμα δεν ήταν έτοιμοι». Σύντομα όμως άλλαξαν γνώμη. Όπως είπε στη «Λιμπερασιόν» η Γιομπ, κατά την επίσκεψή της στο Memorial, παρατήρησε μια ομάδα νεαρών κοριτσιών που είχαν συγκεντρωθεί πάνω από το ημερολόγιο, προσπαθώντας να το διαβάσουν, ενώ ένας υπάλληλος του μουσείου της είπε, ότι χιλιάδες επισκέπτες έδειχναν μεγάλο ενδιαφέρον. Όταν ο Σαμπάζ της έγραψε ξανά, στις αρχές του 2007, η Γιομπ συμφώνησε.
Σύμφωνα με τους εκδότες -EditionsTallandier- το ημερολόγιο θα κυκλοφορήσει σύντομα σε όλον τον κόσμο, ενώ τα δικαιώματα του βιβλίου είχαν ήδη πουληθεί σε 15 χώρες, πριν ακόμα αυτό κυκλοφορήσει στη Γαλλία.
Ο Σαμπάζ αποδίδει την επιτυχία του στην εξαιρετική λογοτεχνική του ποιότητα και στο γεγονός ότι μια νέα κοπέλα περιγράφει το πως ανακαλύπτει τον πόλεμο.
«Ήταν πολύ κοινωνική, ευαίσθητη στον πόνο του κόσμου», λέει. Το ημερολόγιο, όπως επισημαίνει, δείχνει με έναν εκπληκτικό τρόπο, τις δύο όψεις μιας πόλης, όπου υπήρχαν άνθρωποι που ζούσαν καλά, άκουγαν μουσική, έκαναν περιπάτους στα πάρκα, ενώ λίγα στενά πιο κάτω υπήρχε ο διωγμός. Και προσθέτει: « Η Έλενα Μπερ έζησε και τις δύο αυτές πλευρές της ζωής».
Στον πρόλογο του βιβλίου, ο Γάλος συγγραφέας, Πάτρικ Μοντιάνο, περιγράφει πως το βιβλίο τον ενέπνευσε να ανατρέξει στα βήματά της Έλενας, μέσα στους παρισινούς δρόμους. «Στην αρχή του βιβλίου, ο αναγνώστης θα πρέπει να μείνει σιωπηλός, να ακούσει τη φωνή της Έλενας και να περπατήσει στο πλάι της», γράφει. «Μια φωνή και μία παρουσία, που θα μας συνοδεύει σε όλη μας τη ζωή».
Πηγή: der Spiegel